Αναπαράσταση και Πραγματικότητα.

Johann Georg Hiltensperger – Ζεύξης (λεπτομέρεια, 19ος Αιώνας)
Μπορεί ένα έργο να αναπαριστά την αντικειμενική πραγματικότητα, ή όχι;
Και αν δεν μπορεί, γίνεται να είναι αντικειμενικά πραγματικό;
Το ερώτημα αυτό απασχολεί τον κόσμο της Τέχνης από την Αρχαιότητα. Βρίσκει την αφήγησή του στα ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν κατά την ελληνιστική περίοδο για τον Απέλλη και τον Ζεύξη. Για τον Ζεύξη ειδικά, κυκλοφορούσε ο μύθος ότι είχε ζωγραφίσει τόσο αληθοφανείς ρώγες σταφυλιών, που τα πουλιά προσπαθούσαν να τις τσιμπήσουν.
Ας προχωρήσουμε όμως αρκετούς αιώνες μετά…
Η πραγματικότητα σαν πλατωνικό ιδεατό, ίσως να χαίρει αντικειμενικότητας, ή μάλλον πληρότητας. Η πραγματικότητα όμως σαν αξιοποιήσιμη έννοια αναφέρεται σε μια παραμορφωμένη ή μερική κατασκευή/προβολή αυτού που υπάρχει. Το μάτι μας ψεύδεται, όπως και όλα τα αισθητήρια όργανά μας. Το μάτι δε βλέπει αυτό που υπάρχει. Αντιθέτως αντιλαμβάνεται προοπτικά τον κόσμο. Με νοητικές διαδικασίες καταφέρνουμε να συμπληρώσουμε επαρκώς τα κενά αντίληψης. Για παράδειγμα το μάτι δε θα αντιληφθεί ποτέ από μόνο του κάτι που υπάρχει κρυμμένο πίσω από ένα άλλο αντικείμενο. Επομένως, όταν βασιστούμε στην αντιληπτική μας ικανότητα για να αναπαράγουμε το περιβάλλον, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι αυτό που θα δημιουργήσουμε είναι αντικειμενικά αληθές, ενώ αποτελεί μοναχά μια παραμορφωμένη, ή ελλειπή προβολή του.
Είναι ενδιαφέρον λοιπόν, ένα έργο τέχνης να μην εξεταστεί μόνο ως προς το περιεχόμενο ή άλλες συνήθεις πτυχές του, αλλά και ως προς το αντιληπτικό μοντέλο που αξιοποίησε ο καλλιτέχνης. Είναι εύκολο να υπολογίσουμε την παραμόρφωση που προκαλείται από το μάτι, γιατί το μάτι μας δεν έχει αλλάξει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Τι γίνεται όμως με την επεξεργασία που έχει υποστεί η ήδη παραμορφωμένη καταγραφή του γύρω κόσμου, μέσα στο μυαλό του καλλιτέχνη;
Μεταξύ του οπτικού μέσου και της αποτύπωσης στον καμβά, ο ζωγράφος επεξεργάστηκε την εικόνα στον εγκέφαλό του, μεταλλάσσοντας ακόμα περισσότερο «αυτό που υπάρχει». Ενδεικτική είναι η αλλαγή προοπτικής αποτύπωσης από την αρχαιότητα (πιο κοντά στην αξονομετρική προοπτική) μέχρι την προοπτική του Αλμπέρτι (σημείου φυγής, χωρίς καμπυλότητα), ή την προοπτική του Cézanne (καμπυλότητα). Βλέπουμε δηλαδή ότι υπάρχουν στοιχεία πολιτισμού που επεμβαίνουν πάνω στην ήδη ελλιπή αντίληψη του γύρω κόσμου, όχι παθητικά (ατέλεια του ματιού ως όργανο), αλλά ενεργητικά (επεξεργασία και επέμβαση από τον εγκέφαλο του καλλιτέχνη στο πώς θα μεταφερθεί η εικόνα πάνω στον καμβά). Φυσικά η προοπτική ανακατασκευή της εικόνας αποτελεί μονάχα ένα μικρό μέρος της γενικότερης φορμαλιστικής επεξεργασίας η οποία να περιλαμβάνει και τη ζωγραφική γραφή, την πλαστική επεξεργασία, τη σύνθεση. Όλα αυτά, ή μάλλον ο συνδυασμός τους, κάνουν την ταύτιση του έργου με κάτι αντικειμενικό σχεδόν αδύνατη…. Πάντα όμως;
Όταν λοιπόν αξιολογείται ένα έργο τέχνης σε σχέση με αυτό που αναπαριστά, φτάνουμε στα εξής διαδοχικά συμπεράσματα:
- Δεν αποτυπώνει «αυτό που υπάρχει».
- Αντιθέτως το έργο αποτελεί από μόνο του μια «ελλιπή» αναπαράσταση της πραγματικότητας,
- μέσα στην οποία αποτυπώνεται αυτό που ο δημιουργός κατάφερε με τα αντιληπτικά του όργανα να καταγράψει από το γύρω κόσμο,
- επεξεργασμένο όμως από τη δική του νόηση,
- η οποία έχει διαμορφωθεί από αμέτρητους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης μιας διαφορετικής συλλογικής νόησης ανθρώπων του παρελθόντος (αποτυπώνεται στην παράδοση), ή μιας συλλογικής νόησης του παρόντος του (συνθέτει την κουλτούρα).
- Πιθανώς η αξιολόγηση του έργου να γίνει από άνθρωπο διαφορετικής νόησης (κάποιον κριτή ή θεατή), είτε γιατί προέρχεται από άλλη χώρα, είτε γιατί προέρχεται από άλλη εποχή,
- με αποτέλεσμα αυτό να πολυπλοκεύει ακόμα περισσότερο τη διαδικασία σύγκρισης του έργου με ό,τι αναπαριστά, ακριβώς γιατί έχουμε ένα μεταγενέστερο σύστημα ανάγνωσης (αυτό του θεατή / κριτικού) που προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει αυτό που αποτύπωσε ένα απόμακρο ή παλιότερο σύστημα ανάγνωσης (αυτό του καλλιτέχνη).
- Και ίσως είναι και αδύνατο να ορίσουμε κάποια ανάγνωση ως «αυθεντικότερη» ή «αντικειμενικότερη» της άλλης. Μάλλον τις αποδεχόμαστε παράλληλα και διευκρινίζουμε υπό ποιο πλαίσιο αναφοράς έγιναν.
Μετά από αυτά τα συμπεράσματα προκύπτει βέβαια ένα εύλογο ερώτημα:
Θα ήταν εφικτό, υπό κάποιες ευνοϊκές συνθήκες, να ταυτιστεί η αναπαράσταση με την πραγματικότητα που προσπαθεί ν’αναπαράγει;
Δύσκολη η απάντηση. Είναι πολύ ενδιαφέρον όμως να δούμε τη διχογνωμία πάνω σε αυτό μέσα από τον διάλογο που προκύπτει μεταξύ της ποιητικής σημαντικών καλλιτεχνών στον ρού της Ιστορίας της Τέχνης.
Ο Σουρεαλιστής René Magritte είχε μια ιδιαίτερη άποψη για το θέμα. Στο έργο του «Αυτό δεν είναι μία πίπα» είναι κατηγορηματικός. Δεν μπορεί η ζωγραφική απεικόνιση να χαίρει όλων των ιδιοτήτων του φυσικού αντικειμένου. Δεν μπορείς να καπνίσεις, αν θελήσεις με την πίπα του πίνακα. Γίνεται να ζωγραφίσεις λίγο καπνό αλλά μέχρι εκεί. Η «προδοσία των εικόνων»…

René Magritte – Αυτό δεν είναι μία Πίπα (1929)
Ο Νεο-Ντανταϊστής Marcel Duchamp αναρωτήθηκε όμως: τί θα γινόταν αν δεν αναπαριστούσαμε ένα αντικείμενο, αλλά το παίρναμε όπως είναι, το αποξενώναμε από το περιβάλλον χρήσης του και το τοποθετούσαμε πάνω σε ένα βάθρο σε κάποια γκαλερί; Θα το είχαμε απογυμνώσει από τη χρηστική του αξία προσδίδοντάς του αισθητική αξία, αλλά η ρόδα ποδηλάτου θα παρέμενε ρόδα με όλες τις προϋπάρχουσες ιδιότητές της, και το ουρητήριο δημόσιας τουαλέτας θα παρέμενε ουρητήριο (με μία υπογραφή βέβαια και ασύνδετο από την αποχέτευση).

Marcel Duchamp – Σιντριβάνι (1917) και Ρόδα Ποδηλάτου (αντίγραφα 1913-1965)
Ο Duchamp φαίνεται να παρέκαμψε τους περιορισμούς. Μάλιστα κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν να προτείνουν κάτι ακόμα πιο ριζοσπαστικό: Τί θα λέγατε να μην ρισκάρουμε με έτοιμα φυσικά αντικείμενα (που ο Duchamp ονόμαζε Ready mades), αλλά να σχεδιάσουμε κάποιο νοητικό αντικείμενο, λόγου χάρη την ιδέα ενός μαύρου και ενός κόκκινου τετραγώνου όπως έκανε ο Σουπρεματιστής Kazimir Malevic; Ποιος θα μπορούσε να βρει ελλείψεις στις ιδιότητες ενός μαύρου ή κόκκινου τετραγώνου πάνω σε πίνακα…;

Kazimir Malevich – Black (1915) & Black and Red Square (1915)
Μέχρι εδώ θα μπορούσαμε να μείνουμε ικανοποιημένοι, αν δεν ερχόταν ο Yoseph Kosuth εμφυσώντας νεοπλατωνισμό στην Eννοιολογική Τέχνη. Ο Kosuth, με το έργο του «Μία και Τρεις Καρέκλες» κλειδώνει όλες τις ελπίδες μας και πετάει τα κλειδιά. Μας λέει εν ολίγοις ότι δε χρειάζεται να ψάχνουμε ποια από τις τρεις καρέκλες είναι πραγματική (λέξη «Καρέκλα» σε λήμμα λεξικού – φωτογραφία καρέκλας – κανονική καρέκλα που καθόμαστε). Όλες είναι πραγματικές αν τις δούμε αυτοαναφορικά. Αν όμως τις συγκρίνουμε με την ιδέα μιας καρέκλας (ως πλατωνικό ιδεατό) τότε όλες, ακόμα και αν από μόνες τους παρουσιάζονται ως πραγματικότητες, αποτελούν ελλιπείς κατασκευές του πλατωνικού ιδεατού (ακόμα και η καρέκλα που καθόμαστε) και περιλαμβάνουν μόνο μέρος από όλες τις ιδιότητες που θεωρητικά μπορεί να έχει μια ιδεατή καρέκλα. Ο Yoseph πέταξε το μπαλάκι στο γήπεδο της ερμηνευτικής…

Yoseph Kosuth – One and Three Chairs (1965)
Εάν αυτό το νοητικό παιγνίδι σας φάνηκε εύκολο, θα πρότεινα να δείτε το εκπληκτικό βίντεο «Do Chairs Exist?» στο κανάλι Youtube του Vsauce.
Είναι για γερά νεύρα. Μην το ξεκινήσετε αν δεν έχετε διαύγεια > 100%.
Do chairs exist? – Vsauce Youtube Channel
Μώρης Γεώργιος – 2026 – Επιτρέπεται ο διαμοιρασμός. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου χωρίς άδεια.

Johann Georg Hiltensperger – Ζεύξης (λεπτομέρεια, 19ος Αιώνας)
Μπορεί ένα έργο να αναπαριστά την αντικειμενική πραγματικότητα, ή όχι;
Και αν δεν μπορεί, γίνεται να είναι αντικειμενικά πραγματικό;
Το ερώτημα αυτό απασχολεί τον κόσμο της Τέχνης από την Αρχαιότητα. Βρίσκει την αφήγησή του στα ανέκδοτα που κυκλοφορούσαν κατά την ελληνιστική περίοδο για τον Απέλλη και τον Ζεύξη. Για τον Ζεύξη ειδικά, κυκλοφορούσε ο μύθος ότι είχε ζωγραφίσει τόσο αληθοφανείς ρώγες σταφυλιών, που τα πουλιά προσπαθούσαν να τις τσιμπήσουν.
Ας προχωρήσουμε όμως αρκετούς αιώνες μετά…
Η πραγματικότητα σαν πλατωνικό ιδεατό, ίσως να χαίρει αντικειμενικότητας, ή μάλλον πληρότητας. Η πραγματικότητα όμως σαν αξιοποιήσιμη έννοια αναφέρεται σε μια παραμορφωμένη ή μερική κατασκευή/προβολή αυτού που υπάρχει. Το μάτι μας ψεύδεται, όπως και όλα τα αισθητήρια όργανά μας. Το μάτι δε βλέπει αυτό που υπάρχει. Αντιθέτως αντιλαμβάνεται προοπτικά τον κόσμο. Με νοητικές διαδικασίες καταφέρνουμε να συμπληρώσουμε επαρκώς τα κενά αντίληψης. Για παράδειγμα το μάτι δε θα αντιληφθεί ποτέ από μόνο του κάτι που υπάρχει κρυμμένο πίσω από ένα άλλο αντικείμενο. Επομένως, όταν βασιστούμε στην αντιληπτική μας ικανότητα για να αναπαράγουμε το περιβάλλον, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι αυτό που θα δημιουργήσουμε είναι αντικειμενικά αληθές, ενώ αποτελεί μοναχά μια παραμορφωμένη, ή ελλειπή προβολή του.
Είναι ενδιαφέρον λοιπόν, ένα έργο τέχνης να μην εξεταστεί μόνο ως προς το περιεχόμενο ή άλλες συνήθεις πτυχές του, αλλά και ως προς το αντιληπτικό μοντέλο που αξιοποίησε ο καλλιτέχνης. Είναι εύκολο να υπολογίσουμε την παραμόρφωση που προκαλείται από το μάτι, γιατί το μάτι μας δεν έχει αλλάξει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Τι γίνεται όμως με την επεξεργασία που έχει υποστεί η ήδη παραμορφωμένη καταγραφή του γύρω κόσμου, μέσα στο μυαλό του καλλιτέχνη;
Μεταξύ του οπτικού μέσου και της αποτύπωσης στον καμβά, ο ζωγράφος επεξεργάστηκε την εικόνα στον εγκέφαλό του, μεταλλάσσοντας ακόμα περισσότερο «αυτό που υπάρχει». Ενδεικτική είναι η αλλαγή προοπτικής αποτύπωσης από την αρχαιότητα (πιο κοντά στην αξονομετρική προοπτική) μέχρι την προοπτική του Αλμπέρτι (σημείου φυγής, χωρίς καμπυλότητα), ή την προοπτική του Cézanne (καμπυλότητα). Βλέπουμε δηλαδή ότι υπάρχουν στοιχεία πολιτισμού που επεμβαίνουν πάνω στην ήδη ελλιπή αντίληψη του γύρω κόσμου, όχι παθητικά (ατέλεια του ματιού ως όργανο), αλλά ενεργητικά (επεξεργασία και επέμβαση από τον εγκέφαλο του καλλιτέχνη στο πώς θα μεταφερθεί η εικόνα πάνω στον καμβά). Φυσικά η προοπτική ανακατασκευή της εικόνας αποτελεί μονάχα ένα μικρό μέρος της γενικότερης φορμαλιστικής επεξεργασίας η οποία να περιλαμβάνει και τη ζωγραφική γραφή, την πλαστική επεξεργασία, τη σύνθεση. Όλα αυτά, ή μάλλον ο συνδυασμός τους, κάνουν την ταύτιση του έργου με κάτι αντικειμενικό σχεδόν αδύνατη…. Πάντα όμως;
Όταν λοιπόν αξιολογείται ένα έργο τέχνης σε σχέση με αυτό που αναπαριστά, φτάνουμε στα εξής διαδοχικά συμπεράσματα:
- Δεν αποτυπώνει «αυτό που υπάρχει».
- Αντιθέτως το έργο αποτελεί από μόνο του μια «ελλιπή» αναπαράσταση της πραγματικότητας,
- μέσα στην οποία αποτυπώνεται αυτό που ο δημιουργός κατάφερε με τα αντιληπτικά του όργανα να καταγράψει από το γύρω κόσμο,
- επεξεργασμένο όμως από τη δική του νόηση,
- η οποία έχει διαμορφωθεί από αμέτρητους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης μιας διαφορετικής συλλογικής νόησης ανθρώπων του παρελθόντος (αποτυπώνεται στην παράδοση), ή μιας συλλογικής νόησης του παρόντος του (συνθέτει την κουλτούρα).
- Πιθανώς η αξιολόγηση του έργου να γίνει από άνθρωπο διαφορετικής νόησης (κάποιον κριτή ή θεατή), είτε γιατί προέρχεται από άλλη χώρα, είτε γιατί προέρχεται από άλλη εποχή,
- με αποτέλεσμα αυτό να πολυπλοκεύει ακόμα περισσότερο τη διαδικασία σύγκρισης του έργου με ό,τι αναπαριστά, ακριβώς γιατί έχουμε ένα μεταγενέστερο σύστημα ανάγνωσης (αυτό του θεατή / κριτικού) που προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει αυτό που αποτύπωσε ένα απόμακρο ή παλιότερο σύστημα ανάγνωσης (αυτό του καλλιτέχνη).
- Και ίσως είναι και αδύνατο να ορίσουμε κάποια ανάγνωση ως «αυθεντικότερη» ή «αντικειμενικότερη» της άλλης. Μάλλον τις αποδεχόμαστε παράλληλα και διευκρινίζουμε υπό ποιο πλαίσιο αναφοράς έγιναν.
Μετά από αυτά τα συμπεράσματα προκύπτει βέβαια ένα εύλογο ερώτημα:
Θα ήταν εφικτό, υπό κάποιες ευνοϊκές συνθήκες, να ταυτιστεί η αναπαράσταση με την πραγματικότητα που προσπαθεί ν’αναπαράγει;
Δύσκολη η απάντηση. Είναι πολύ ενδιαφέρον όμως να δούμε τη διχογνωμία πάνω σε αυτό μέσα από τον διάλογο που προκύπτει μεταξύ της ποιητικής σημαντικών καλλιτεχνών στον ρού της Ιστορίας της Τέχνης.
Ο Σουρεαλιστής René Magritte είχε μια ιδιαίτερη άποψη για το θέμα. Στο έργο του «Αυτό δεν είναι μία πίπα» είναι κατηγορηματικός. Δεν μπορεί η ζωγραφική απεικόνιση να χαίρει όλων των ιδιοτήτων του φυσικού αντικειμένου. Δεν μπορείς να καπνίσεις, αν θελήσεις με την πίπα του πίνακα. Γίνεται να ζωγραφίσεις λίγο καπνό αλλά μέχρι εκεί. Η «προδοσία των εικόνων»…

René Magritte – Αυτό δεν είναι μία Πίπα (1929)
Ο Νεο-Ντανταϊστής Marcel Duchamp αναρωτήθηκε όμως: τί θα γινόταν αν δεν αναπαριστούσαμε ένα αντικείμενο, αλλά το παίρναμε όπως είναι, το αποξενώναμε από το περιβάλλον χρήσης του και το τοποθετούσαμε πάνω σε ένα βάθρο σε κάποια γκαλερί; Θα το είχαμε απογυμνώσει από τη χρηστική του αξία προσδίδοντάς του αισθητική αξία, αλλά η ρόδα ποδηλάτου θα παρέμενε ρόδα με όλες τις προϋπάρχουσες ιδιότητές της, και το ουρητήριο δημόσιας τουαλέτας θα παρέμενε ουρητήριο (με μία υπογραφή βέβαια και ασύνδετο από την αποχέτευση).

Marcel Duchamp – Σιντριβάνι (1917) και Ρόδα Ποδηλάτου (αντίγραφα 1913-1965)
Ο Duchamp φαίνεται να παρέκαμψε τους περιορισμούς. Μάλιστα κάποιοι άλλοι θα μπορούσαν να προτείνουν κάτι ακόμα πιο ριζοσπαστικό: Τί θα λέγατε να μην ρισκάρουμε με έτοιμα φυσικά αντικείμενα (που ο Duchamp ονόμαζε Ready mades), αλλά να σχεδιάσουμε κάποιο νοητικό αντικείμενο, λόγου χάρη την ιδέα ενός μαύρου και ενός κόκκινου τετραγώνου όπως έκανε ο Σουπρεματιστής Kazimir Malevic; Ποιος θα μπορούσε να βρει ελλείψεις στις ιδιότητες ενός μαύρου ή κόκκινου τετραγώνου πάνω σε πίνακα…;

Kazimir Malevich – Black (1915) & Black and Red Square (1915)
Μέχρι εδώ θα μπορούσαμε να μείνουμε ικανοποιημένοι, αν δεν ερχόταν ο Yoseph Kosuth εμφυσώντας νεοπλατωνισμό στην Eννοιολογική Τέχνη. Ο Kosuth, με το έργο του «Μία και Τρεις Καρέκλες» κλειδώνει όλες τις ελπίδες μας και πετάει τα κλειδιά. Μας λέει εν ολίγοις ότι δε χρειάζεται να ψάχνουμε ποια από τις τρεις καρέκλες είναι πραγματική (λέξη «Καρέκλα» σε λήμμα λεξικού – φωτογραφία καρέκλας – κανονική καρέκλα που καθόμαστε). Όλες είναι πραγματικές αν τις δούμε αυτοαναφορικά. Αν όμως τις συγκρίνουμε με την ιδέα μιας καρέκλας (ως πλατωνικό ιδεατό) τότε όλες, ακόμα και αν από μόνες τους παρουσιάζονται ως πραγματικότητες, αποτελούν ελλιπείς κατασκευές του πλατωνικού ιδεατού (ακόμα και η καρέκλα που καθόμαστε) και περιλαμβάνουν μόνο μέρος από όλες τις ιδιότητες που θεωρητικά μπορεί να έχει μια ιδεατή καρέκλα. Ο Yoseph πέταξε το μπαλάκι στο γήπεδο της ερμηνευτικής…

Yoseph Kosuth – One and Three Chairs (1965)
Εάν αυτό το νοητικό παιγνίδι σας φάνηκε εύκολο, θα πρότεινα να δείτε το εκπληκτικό βίντεο «Do Chairs Exist?» στο κανάλι Youtube του Vsauce.
Είναι για γερά νεύρα. Μην το ξεκινήσετε αν δεν έχετε διαύγεια > 100%.
Do chairs exist? – Vsauce Youtube Channel
