Ιστορικές Πηγές και Τεκμήρια
Οι Ιστορικές πηγές και τα τεκμήρια αποτελούν υλικά, ή άυλα, ίχνη και κατάλοιπα του παρελθόντος, που αξιοποιούν οι Ιστορικοί προκειμένου να ερμηνεύσουν και να ανακατασκευάσουν την Ιστορική πραγματικότητα.Τα τεκμήρια είναι πηγές που έχουν αξιοποιηθεί ως αποδεικτικά κάποιου γεγονότος. Επομένως, κάθε πηγή είναι εν δυνάμει τεκμήριο, αρκεί να απαντά σε κάποιο ερευνητικό ερώτημα.Οι πηγές ως προς έναν κεντρικό άξονα μπορούν να διαχωριστούν σε πρωτογενείς και δευτερογενείς. Ενίοτε γίνεται αναφορά και σε τριτογενείς πηγές, για καταλόγους και εγκυκλοπαίδειες που συγκεντρώνουν τις δευτερογενείς πηγές.
Οι πρωτογενείς πηγές είναι αυτές που αποτελούν άμεσες καταγραφές των γεγονότων, τόσο από άποψη χωρο-χρονικής εγγύτητας, ή εμπλοκής του καταγράφοντος (φυσικής, ή ως οργανισμός/υπηρεσία). Για παράδειγμα, πρωτογενής μπορεί να είναι η γραπτή αποενημέρωση ενός στρατιώτη, μετά από κάποια μάχη (φυσική εγγύτητα). Πρωτογενής θεωρείται βέβαια και η τελική αναφορά που μπορεί να συντάξει η στρατιωτική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τη συνισταμένη των επιμέρους αποενημερώσεων των στρατιωτών. Επομένως, παρά την φαινομενική απόσταση της ηγεσίας από το πεδίο της μάχης, ταξινομικά η αναφορά της μονάδας, μπορεί να θεωρηθεί πρωτογενής πηγή καθώς (στη θεωρία) δεν της υποκρύφθηκαν δεδομένα, (στη θεωρία) έχει άμεσο όφελος από την αντικειμενική καταγραφή και τέλος (στη θεωρία) αντιμετωπίζεται ως οργανικό σύνολο μαζί με τους στρατιώτες της (θεσμική εγγύτητα). Προφανώς επειδή όλα τα παραπάνω συμβαίνουν, όπως τονίσαμε, μόνο στη θεωρία, υπάρχει διαφορά ως προς την αξιολόγηση των γεγονότων καθώς η αποενημέρωση των στρατιωτών παρέχει αμεσότερες πλην μονοδιάστατες απεικονίσεις, ενώ η αναφορά που συντάσσεται από τη μονάδα, παρέχει αποστασιοποιημένες και πιθανώς φιλτραρισμένες απεικονίσεις, πλην όμως πιο σφαιρικές και πλήρεις.
Δευτερογενείς πηγές είναι αυτές που απέχουν χρονικά ή χωρικά από το γεγονός, όπως ένα άρθρο σε εφημερίδα για το γεγονός, που βασίζεται σε αναφορές τρίτων (αστυνομίας, μαρτύρων κλπ), ή μία έρευνα που έγινε αρκετά χρόνια αργότερα, βασισμένη σε αρχειακό υλικό, ή ένα ντοκιμαντέρ, ή Ιστορικό βιβλίο. Ένα από τα ζητήματα που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο Ιστορικός, είναι ότι οι δευτερογενείς πηγές αποτελούν ερμηνείες και ανακατασκευές πρωτογενών πηγών από ένα υποκείμενο. Επομένως διαμορφώνονται μέσα στην κουλτούρα της εποχής του, από τα δικά του ερμηνευτικά σχήματα και σκοπούς. Παρά το ζήτημα της απόστασης από τα γεγονότα και της εμπλοκής των ερμηνευτικών σχημάτων του δημιουργού μιας δευτερογενούς πηγής, αυτή δεν είναι απαραιτήτως πιο αναξιόπιστη από μια πρωτογενή. Είναι πολύ συχνό, οι δευτερογενείς πηγές να αποτελούν πολύ πιο αντικειμενικές απεικονίσεις του παρελθόντος, και αυτό εξαρτάται από την ερευνητική και ερμηνευτική ικανότητα του δημιουργού τους (ίσως και στην τύχη στην εύρεση τεκμηρίων…).
Οι πηγές βέβαια διαχωρίζονται και ως προς άλλους άξονες, (επίσημες/ανεπίσημες, δημοσιευμένες/αδημοσίευτες, εκούσιες/ακούσιες, θησαυρισμένες/αθησαύριστες), γεγονός που δυσκολεύει πολύ την ταξινόμησή τους, μια δυσκολία που εντείνεται όταν αναφερόμαστε σε ψηφιακές πηγές και τεκμήρια, όπως φωτογραφίες ή βίντεο που κυκλοφορούν σε Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αποκομμένα από τα μεταδεδομένα και την ψηφιακή υπογραφή τους.
Διαφορετικές ταξινομήσεις μπορεί να έχουμε ανάλογα με το ερευνητικό ερώτημα που εκκινεί την αξιολόγηση ενός τεκμηρίου. Δηλαδή ένα άρθρο εφημερίδας, είναι δευτερογενής πηγή για κάποιον που εξετάζει το τεκμήριο για το γεγονός που καταγράφει, πρωτογενής για κάποιον που εξετάζει την ιστορία της δημοσιογραφίας, ή της προπαγάνδας. Παρομοίως, διαφορές στην κατάταξη της πηγής επιφέρει και η εξέταση του τεκμηρίου όχι ως προς το περιεχόμενο, αλλά ως προς κάποιο άλλο σημείο του, όπως τη μορφή (δηλαδή διάταξη περιεχομένων, επιλογή γραμματοσειράς-χρωμάτων-φωτογραφιών). Σε τέτοιες περιπτώσεις έχουμε και μιαν άλλου είδους ομαδοποίηση των πηγών βάσει της μορφής τους (γραπτές και υποκατηγορίες, παραστατικές και υποκατηγορίες).
Τα τεκμήρια, ως προς έναν από τους άξονες, διαχωρίζονται σε αυθεντικά, ή πλαστά. Η ταξινόμηση αυτή είναι εφικτή μέσα από μια διαδικασία εξακρίβωσης της αυθεντικότητας, που περιλαμβάνει τόσο εσωτερική κριτική μέθοδο, που εξετάζει το περιεχόμενο, αλλά ταυτόχρονα και εξωτερική κριτική μέθοδο που εξετάζει μεγάλη γκάμα σημείων πέραν του άμεσα ορατού περιεχομένου (υλικά, μορφή, τεχνικές επεμβάσεις).
Ένα τεκμήριο μπορεί λοιπόν να έχει συνταχθεί με σκοπό να παρουσιάσει ένα γεγονός όπως το αντιλαμβάνεται ένα άτομο, ή μια επίσημη αρχή, και να είναι αυθεντικό. Αντιθέτως ένα τεκμήριο που συντάχθηκε από κάποιον με σκοπό την παραπλάνηση, με τρόπο που να μοιάζει δημιούργημα ενός τρίτου, ή μιας επίσημης αρχής, είναι πλαστό.
Υπάρχουν βέβαια πολλές ενδιάμεσες διαβαθμίσεις αυθεντικότητας, καθώς μπορεί ένα τεκμήριο να είναι στο σύνολό του προϊόν πλαστογράφησης από μια επίσημη αρχή, ή μικρό μέρος του μηνύματος να έχει υποστεί παραποίηση και το υπόλοιπο μήνυμα να είναι εξακριβωμένο ως αληθές. Πρέπει να τονιστεί ότι η πλαστότητα εξαρτάται από την πρόθεση του δημιουργού και όχι από την αλήθεια του περιεχομένου. Ενδέχεται, άθελά του, ο δημιουργός να παρουσιάσει κάτι αναληθές, ή υποκειμενικό (ιδιαίτερα συχνό σε αναφορές γεγονότων).
Επιπλέον, η έννοια της πλαστογραφίας διαφέρει από εποχή σε εποχή, και εξαρτάται εν πολλοίς και από το ρόλο του τεκμηρίου, ή τον τρόπο αξιοποίησής του. Και στην ίδια εποχή, η αξιολόγηση του τεκμηρίου αλλάζει ανάλογα με το σύστημα αναφοράς. Δηλαδή, ένα πλαστό τεκμήριο μπορεί να μη βοηθά άμεσα στην μελέτη ενός γεγονότος, αλλά μόνο εμμέσως, αν λάβουμε υπόψη τα όσα αποκρύπτονται, που μπορεί να απεικονίζουν ένα πολυπαραγοντικό παρασκήνιο. Με τη λογική αυτή, ακόμα και τα πλαστά τεκμήρια μπορεί να έχουν τεράστια αξία για τον ιστορικό, όπως αξία έχει και η απουσία τεκμηρίων για κάποιο γεγονός («σιωπή» των πηγών), ή η μερική αποσιώπηση γεγονότων («εύγλωττες σιωπές»).
Μώρης Γεώργιος – 2026 – Επιτρέπεται ο διαμοιρασμός. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου χωρίς άδεια.
Βιβλιογραφία
Μαυροσκούφης Δημήτριος, Αναζητώντας τα ίχνη της Ιστορίας: Ιστοριογραφία, διδακτική, μεθοδολογία και ιστορικές πηγές., Αδελφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2012.
